Πριν πολλά χρόνια ήταν μια οικογένεια που είχε πέντε παιδιά.
Όλη μέρα άκουγες χαρούμενες φωνές και γέλια από το ξύλινο παράθυρο
του σπιτιού τους.
''Το αληθινό σημάδι της νοημοσύνης δεν είναι η γνώση, αλλά η φαντασία ''ήταν
τα λόγια του πατέρα που έκαναν τη μαμά και τον παντρεύτηκε.
΄΄Είναι το μισό της ζωής'' έλεγε ταχτικά η μητέρα
'Έκανε δυο μέρες ο πατέρας για να βρει πως το μισό της ζωής είναι οι επιθυμίες μας''!
Και μάθαιναν στα παιδιά να κάνουν κατασκευές και να κυλά ευχάριστα ο χρόνος.
Το ένα παιδί ο Γιώργος είχε ένα κόκκινο τραπεζάκι με μια κίτρινη
καρέκλα και συνέχεια ζωγράφιζε σε κάθε χαρτί πού έβρισκε μπροστά του.
Το πιο αγαπημένο του ήταν να ζωγραφίζει την οικογένειά του.
Τον μπαμπά τον έκανε μεγάλο καφέ λιοντάρι, τη μαμά ασπρόμαυρη ζέβρα,
τη Ζωή τη μεγάλη του αδερφή πορτοκαλή ελαφίνα ,την Ελενίτσα άσπρο λαγουδάκι
το Στέλιο τον έκανε κιτρινόμαυρο τίγρη, το μικρούλη Φώτη γκρι ελεφαντάκι.
΄΄ Μάθε τέχνη κι άστη να κι άμα πεινάσεις πιάστηκα΄΄έλεγε χαρούμενος ο πατέρας τους
Μια μέρα ο Γιώργος αποφάσισε να ζωγραφίσει
διάφορα πρόσωπα που καθημερινά συναντούσε.
Έδινε πολύ σημασία στο χαμόγελο και το σχήμα των ματιών,
τα φρύδια κα τα μαλλιά! 'Ολοι χαίρονταν με τα έργα του.
΄΄ Όταν κοιμάται ο γιόκας μου, ψωμί δε μας γυρεύει΄΄έλεγε αστεία ο πατέρας
του ο κύριος Νίκος και του χάιδευε το όμορφο κεφάλι το
Το κοριτσάκι η Ζωή έκανε πολλές κατασκευές με πλαστελίνη, έφτιαχνε
τετράγωνο τραπέζι, κυκλικό καθρέφτη, τρίγωνο σπιτάκι, ορθογώνιο κήπο
με λουλούδια σε διάφορα σχήματα, αλλά το πιο αγαπημένο της ήταν οι
πυραμίδες.
΄΄Ένα κι ένα παιδί μου; τη ρώτησε μια μέρα ο πατέρας της
΄΄Δυο μπαμπά΄΄απάντησε η μικρή.
''Λάθος παιδί μου''
''Μα ΄΄! έκανε το κορίτσι
΄΄Θέλω να το γράψεις! Τα γραπτά μένουν πάντα΄΄! Της έλεγε ο πατέρας της σοβαρά.
''Όταν ο ουρανός θέλει να σώσει έναν άνθρωπο
του δίνει τη στοργή του να τον προστατέψει΄΄της έλεγε πολύ συχνά η μητέρα της.
Ο Στέλιος ήταν ο μουσικός της οικογένειας, είχε μικρό μεταλόφωνο,
πλαστικό ξυλόφωνο, ξύλινη φυσαρμόνικα ,πορσελάνινη φλογέρα, μικρό ακορντεόν,
χάρτινο μπουζούκι, υφασμάτινο πιάνο κι ένα μεγάλο ντραμς.
Όλη μέρα έπαιζε με αυτά τα μουσικά όργανα.
Το πιο αγαπημένο του όμως ήταν μια πλαστικομεταλλική κιθάρα.
΄΄Έλα ν ακούσουμε μαζί ένα τραγούδι με κιθάρα ΄΄έλεγε η μαμά του
κι άνοιγε το κασετόφωνο δίπλα τους.
''Μου αρέσει μαμά η μουσική! Μου αρέσει ο χορός''! έλεγε ο μικρός Στέλιος.
και χόρευε και τραγουδούσε.
''Είμαι τόσο ελαφρύ σα φτερό, ακόμα κι ο πιο δυνατός
δεν μπορεί να με κρατήσει, πάνω από πέντε λεπτά.
Τι είμαι '' ; ρωτούσε ο πατέρας του
''Βοήθησέ με πατέρα ΄΄ παρακαλούσε ο Στέλιος που ήθελε με τη μια να τα μάθει όλα.
''Όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια΄΄φώναζε από μακριά ο Γιώργος.
Ο Φώτης ο μικρός ήταν μίμος, διάβαζε σε παραμύθια για τα διάφορα
πουλιά κι έκανε τον κούκο, το αηδόνι, τη μέλισσα, το γλάρο, την καρακάξα,
την κουκουβάγια, το πιο αγαπημένο του όμως ήταν ο πετεινός!
Μια μέρα βρήκε ένα παλιό οδηγό αγοράς
και σκέφτηκε να γίνει το παιχνίδι του!
Έκοψε τις φωτογραφίες τις ξεχώρισε
κι ύστερα έλεγε τι πουλάνε τα μαγαζιά!
Κάποια στιγμή άλλαζε και το χρώμα της φωνής του
κι όλοι γελούσαν με το ταλέντο του .
''Εδώ παιδί μου δεν πουλάμε καραμέλες
ανθοπωλείο είναι, λουλούδια πουλάμε΄΄έλεγε στη μικρή του αδελφή την Ελενίτσα.
Μια μέρα η μητέρα έφερε στο σαλόνι ένα μεγάλο λευκό σεντόνι.
Η διάθεση όλων ήταν πολύ καλή. Περίμεναν ένα νέο παιχνίδι.
Έφερε και μια μεγάλη λάμπα .
''Όσο υπάρχει φως υπάρχει και σκιά
κι όσο υπάρχει σκιά μπορούμε να παίξουμε ό,τι παιχνίδι θέλουμε''
έλεγε η μαμά τους,
''Μπορείτε να πάρετε ρόλους σε παραμύθι και να παίξετε όμορφα !
Σήμερα παίζουμε Καραγκιόζη.
Τα παιδιά μόνο με τις κινήσεις τους πίσω από το σεντόνι
και τη φωνή τους μπορούσαν να κάνουν τόσα πράγματα!
Και ξεκίνησαν τον καραγκιόζη αστροναύτη κι ύστερα φούρναρη κι ακόμα άλλους
ρόλους !
Και γελούσαν και χαίρονταν και περνούσαν τέλεια!
Η μικρούλα αδερφή η Ελενίτσα έκανε τη μεγάλη και είχε κουζινικά για
να μαγειρεύει στους άλλους. Τους ετοίμαζε ωραία κεφτεδάκια, νόστιμες
μακαρονάδες, ψητές πατάτες, τηγανιτά ψάρια, βραστά κολοκυθάκια,
κρέας στο φούρνο και άλλα πολλά. Το ποιο αγαπημένο της ήταν
να ζυμώνει ψωμί!
΄΄Το έξω πετιέται και το υπόλοιπο μαγειρεύεται
Ύστερα τρώγεται το έξω και το υπόλοιπο πετιέται.
Τι είναι΄΄ ;τη ρωτούσε γελαστά ο πατέρας της
΄΄Το καλαμπόκι μπαμπά ΄΄απαντούσε η Ελενίτσα περήφανα!
''Μα γιατί το κουτί της πίτσας είναι τετράγωνο' 'ρωτούσε τη μαμά της
''Για να το κόψουμε παιδάκι μου' 'της έλεγε εκείνη με αλλαγμένη φωνή!
Κι άρχιζε το παιχνίδι.
'Έφερνε τότε λίγο αλεύρι μέσα σε χάρτινη σακούλα
μαζί μ ένα χαρτί λαδόκολλάς .
''Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας έβαζε τα ''υλικά ''
Για να γίνει επεισοδιακή έναρξη του παιχνιδιού
τίναζε την άδεια σακούλα, τη φούσκωνε και Μπαμ την έσκαγε με την παλάμη της''!
Γελούσαν τα παιδιά και παρακαλούσαν για μια σακούλα!
Ύστερα έβαζε ένα ένα παιδί να σύρει τα δάχτυλά πάνω στο αλεύρι,
να τα ισιώνει κι ύστερα με όλη την παλάμη να βλέπει το αποτύπωμα ,
να γράφει ό,τι γράμμα ξέρει ή ό,τι αριθμό.
Εκείνα ζωγράφιζαν πάνω στο αλεύρι ό,τι ήθελαν.
Στο τέλος έριχναν λίγο νερό κι αλάτι και το έκαναν πλαστελίνη
ή το έψηναν στο φούρνο πριν βάλουν το φαγητό.
Το κοιτάζω από τη μια
το κοιτάζω από την άλλη
τα προσθέτω κάνουν επτά.
Τι είναι βρε παιδιά:
΄΄Το ζάρι ΄΄ είπε η μαμά που το ήξερε από τον δικό της πατέρα.
΄΄Οικογένεια χωρίς αγάπη
δέντρο χωρίς ρίζες! Έλεγε κάποτε ο παππούς.
Αλλά΄΄Όσο πιο πολύ παίρνεις
τόσο πιο πολύ αφήνεις πίσω' 'έλεγε ο πατέρας κι εννοούσε το χρόνο.
''Ώσπου να πεις κύμινο ο καιρός περνά
Φεύγουν τα χρόνια και δε γυρνάν!