''Κι αυτόν τον Απρίλη τα δέντρα είναι όρθια''
ψιθύρισε η Κοκκινοσκουφίτσα βλέποντας την ανθισμένη αχλαδιά.
Πόσο πολύ της αρέσουν τα λεπτά αυτά λουλούδια
''Ευχές πήρε από τη μάνα της'' έλεγε κάποτε η γιαγιά της
Γελούσε εκείνη και ζητούσε ξανά και ξανά ν 'ακούσει το αγαπημένο
της παραμύθι του Αλλαντίν με το λυχνάρι
Κι η γιαγιά η πονηρούλα την έπαιρνε αγκαλιά και της τραγουδούσε πρώτα
Ένα λυχνάρι είναι η ζωή μας αναμμένο,
που καίει σαν φωτιά μες στην ψυχή
μόλις το τρίψεις θα σου δώσει εκείνα μόνο
που με αγάπη έχεις σκεφτεί.
''Δεν είναι ο Αλλαντίν από τη Βαγδάτη!
Δεν είναι ο κακός μάγος που τα θέλει όλα δικά του!
Είναι τόσα πράγματα όλο αυτό το παραμύθι' 'της έλεγε
δίνοντάς της ένα γλυκό φιλί.
Αυτό το μαγικό να τολμήσεις για να φτάσεις εκεί που θέλεις
πάντα της φαινόταν δύσκολο!
Ευκολότερο της είχε ακουστεί το' 'κάποιοι λένε πως είναι δικοί σου άνθρωποι
,αλλά έρχονται μεταμφιεσμένοι''!
Κι εκείνο το ''κάτι λάμπει μέσα σου ψάξε να το βρεις 'το κατάλαβε
πολύ αργά!
Ήρθε όμως σα δώρο ζωής η φράση
''η σκληρή δουλειά ,η καλοσύνη και η ευγνωμοσύνη επιστρέφουν πάλι σε εσένα''.
Χαμογέλασε πήρε βαθιές αναπνοές χάρισμα από την ευτυχισμένη αχλαδιά
Έκοψε ένα λευκό ανθάκι σκέφτηκε το θάρρος που χρειάζεται να έχεις,
για να ζητήσεις αυτό που θέλεις πραγματικά και συνέχισε το δρόμο της.
''Όλα θα γίνουν καλύτερα'' έλεγε πάντα η γιαγιά!
Όλα θα γίνουν καλύτερα ''είπε φωναχτά κι εκείνη.
Όσα κάνεις με αγάπη σου φέρνουν τη χαρά και την ευτυχία
και συ το μόνο που θέλεις είναι να είσαι ο εαυτός σου
Σε κείνο το σημείο του μονοπατιού η κυρία Κασσιανή Κοκκινοσκουφίτσα
έσφιξε τόσο πολύ στα χέρια της τα όμορφα λουλούδια, που αρκετές μαργαρίτες
σκορπίστηκαν στη γη.
Εκείνα τα φωτεινά μάτια της σοφής κουκουβάγιας που στεκόταν απέναντί της
μέσα στην κουφάλα της βελανιδιάς διαπέρασαν το σώμα της
Ακόμα και τα πουλάκια που πετούσαν από κλαδί σε κλαδί ήθελαν να της μιλήσουν.
Για μια στιγμή έκλεισε τα γαλανά της μάτια
για να διώξει τη μορφή του γκρίζου λύκου πίσω από το ψηλό δέντρο
Τότε ''Τον εαυτό της παιδί απ’ το χέρι κρατάει
στα ίδια μέρη και σήμερα η ζωή θα τους πάει
θα περάσουν ξανά απ’ της μνήμης τα στέκια
από δρόμους κενούς από του φόβου τα γκέμια΄΄!
Η πρώτη σκέψη που την ταρακούνησε ήταν πως η μητέρα της θεώρησε
την ασφάλεια του παιδιού της δεδομένη.
Ύστερα η ίδια αν και είχε ακούσει τόσες πολλές φορές
''δεν εμπιστευόμαστε κανέναν ξένο ''εκείνη τη μέρα το παράκουσε.
Κι όχι μόνο αυτό αλλά , έδωσε και προσωπικά της στοιχεία.
Αχ και στο σπίτι που βρήκε την πόρτα μισάνοιχτη δεν έκανε κάποια
γρήγορη σκέψη για το τι μπορούσε να δει μπροστά της.
Όμως ένας γκρι λύκος πάντα λύκος είναι
Δεν ξεχωρίζει κανέναν μπροστά στην πείνα του!
Δεν έχει ηθικές αξίες.
Αυτή είναι η αλήθεια .
Μέσα στην όλη ταραχή βρέθηκε ο καλός άγγελος την κατάλληλη στιγμή
ο ξυλοκόπος, που πήρε την κατάσταση στα χέρια του.
Τα λόγια του δε θα τα ξεχάσει ποτέ!
''Κανένας δεν εξαιρείται από τους κινδύνους της κοινωνίας!
Πρόσεχε τον εαυτό σου για τη δική σου ασφάλεια''.