Λίγο προβληματισμένο βλέπω σήμερα το φίλο μας τον Αμβέρκιο.
Κάτι λέει με το παιδί του, κάτι πολύ σημαντικό.
Εκείνο τον ακούει προσεκτικά.
''Ιάσωνα χθες πήγα στο τσίρκο να ζητήσω δουλειά.
Μου είπαν να μπω σ'ένα πείραμα με κάποια παιδιά
κι εγώ δέχτηκα.
Τα έξι παιδιά ήταν τυφλά.
Μ 'έβαλαν σε κάποιο σημείο και το κάθε παιδί ανάλογα με τη θέση που
βρισκόταν θα έπρεπε να πει τι πιάνει στα χέρια του.
Το πρώτο έπιασε την ουρά μου και είπε ότι κρατά ένα σχοινί!
Το δεύτερο έπιασε το αυτί μου που φυσούσε αέρα κι είπε ότι είμαι ανεμιστήρας.
Το τρίτο ακούμπησε το πόδι μου κι είπε πως ήμουν κορμός δέντρου!
Το τέταρτο ακούμπησε τα λεία πλευρά μου και είπε πως είμαι τοίχος.
Το πέμπτο ακούμπησε το χαυλιόδοντά μου κι είπε πως είμαι ακόντιο.
Το έκτο παιδί ακούμπησε τον κορμό μου κι είπε πως είναι ένα τεράστιο φίδι.
Τελικά παιδί μου, όταν είσαι νέος πολλά πράγματα τα γνωρίζεις εν μέρει
κι όχι στο σύνολό τους!
Έτσι παίρνοντας αυτόν το ρόλο κατάλαβα τόσα πολλά.
Τα μαθήματα ζωής είναι πολύτιμα για όλους μας''!
'Δεν πάει άλλο μπαμπά ,δεν αντέχω να μου σφίγγουν τη μύτη μου!
Θα σκάσω, θα πλαντάξω!
Δεν μπορώ άλλο να ζω' 'παραπονιόταν ο μικρόςΙάσωνας και περπατούσε.
Οι ανώτεροι γύρω του , έπαιζαν ένα άσχημο παιχνίδι!
Έπιαναν μέσα στους αντίχειρές τους τις μύτες από τα ελεφαντάκια
και τις έσφιγγαν με δύναμη.
Εκείνα έχαναν την υπομονή τους!
Αισθάνονταν σα να τους πετούσαν αλεύρι στο πρόσωπό!
Σα να τους έβαζαν άμμο στο φαγητό τους.
Σα να τους έριχναν ξύδι στο νερό.
Μια μέρα λοιπόν στεναχωρημένα ,κουρασμένα, απογοητευμένα
και απελπισμένα φώναξαν δυνατά‘μέχρι εδώ και μη παρέκει’!
Περπάτησαν στην αρχή λίγοι λίγοι!
Ύστερα περισσότεροι και τέλος τα κατάφεραν και μαζεύτηκαν
τόσοι πολλοί σένα μεγάλο σπίτι που ο χώρος που είχαν μαζευτεί δεν τους έφτανε.
Όσες προσπάθειες κι αν έκαναν αυτοί που τους έκοβαν την αναπνοή πήγαν στο βρόντο.
Τα κατάφεραν κι η αποφασιστική φωνή διέσχισε πέρα για πέρα τον ουρανό.
Τώρα θα μπορούν ν 'αναπνέουν τον καθαρό αέρα!
Θα μπορούν να χαρούν τη ζωή ελεύθερα, όμορφα κι απλά.
''Μπαμπά πώς μπορώ να πω καλημέρα στη μητρική σου γλώσσα'' ρώτησε
ο Ιάσωνας το ελεφαντάκι μας τον πατέρα του!
Εκείνος σκούπισε βιαστικά ένα δάκρυ που κύλησε από τα μάτια του.
''Δε θυμάμαι παιδί μου. Κάποιοι μου έκλεψαν τις λέξεις όταν ήρθα στη νέα
χώρα για να εργαστώ.
Δεν τολμούσα να μιλήσω τη γλώσσα μας, γιατί όλοι γύρω μου φέρονταν άσχημα. Προκειμένου να γλυτώσω την άγρια συμπεριφορά, έκανα μεγάλη προσπάθεια να μάθω καλά τη νέα μου γλώσσα.''
Ο Ιάσωνας που αγαπούσε πολύ τον πατέρα του, τον αγκάλιασε πολύ τρυφερά και του είπε
''Μαζί πατέρα θα τα καταφέρουμε.
Θυμάσαι που μου έλεγες όταν ήμουν μικρός
Πως το φρούτο του πνεύματος είναι η υπομονή κι εγώ σου έλεγα
όχι το φρούτο του πνεύματος είναι η χαρά ΄’;
Τελικά το φρούτο του πνεύματος είναι η πίστη ότι όλα θα πάνε καλύτερα΄΄!
΄’Μακάρι παιδί μου’’είπε ο πατέρας του γλυκά!