Φεγγαράκι μου λαμπρό
Φέγγε μου να περπατώ
Να πηγαίνω στο σχολειό,
Να μαθαίνω γράμματα,
γράμματα σπουδάγματα,
Του Θεού τα πράγματα,
Ραψίματα, κεντήματα,
Του θεού θελήματα.
Το Φεγγαράκι μου λαμπρό αποτελεί ένα δημοτικό παιδικό τραγούδι, άρρηκτα συνδεδεμένο
με την περίοδο της τουρκοκρατίας και το κρυφό σχολειό. Η ελληνική λαογραφία αναφέρει
ότι τα παιδιά τραγουδούσαν το συγκεκριμένο τραγούδι κατά τη διάρκεια της νύχτας
πηγαίνοντας προς το Κρυφό σχολειό.
‘’Δυο αιώνες ! Διακόσια χρόνια από τον άνισο αγώνα ’’ψιθύριζε η κυρία Άννα και τα μάτια
της έλαμψαν.
‘’Και τι είναι αγώνας μαμά ; ρώτησε γεμάτη περιέργεια η κόρη της η Λένα .
‘’Η μεγάλη προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού παιδί μου’’.
‘’Και ποιος ήταν ο σκοπός ,αυτός ο δύσκολος’’;
‘’Να φύγουν οι Οθωμανοί Τούρκοι και να μείνει η Ελλάδα ελεύθερη και ανεξάρτητη Λένα
μου!
‘’Και τι θα πει ανεξάρτητη μαμά’’;
Θα πει πως η πατρίδα μας δε θα είχε κανένα να της λέει τι θα κάνει.
Τόπος που οι άνθρωποι θα ζούσαν απλά και όμορφα
Που το φιλότιμο, η αρετή και η τιμιότητα θα ήταν οι σύμβουλοί
Διαφορετικά τα παιδιά δε θα γνώριζαν ποτέ τι θα πει ειρήνη.
Δε θα ήξεραν πώς είναι να παίζεις στην αυλή του σπιτιού, χωρίς φόβο.
Δε θα ζούσαν με ανεμελιά ,γιατί θα υπήρχε πάντα ο φόβος του εχθρού.
‘’Και τι έπρεπε να κάνουν οι Έλληνες αφού ο αγώνας ήταν άνισος και άσχημος’’;
‘’Αυτό που κάνουν πάντα Λένα μου Κουράγιο και καρτερικότητα
Ό,τι κάνουν οι γεωργοί Σπέρνουν για να θερίσουν’’.
‘’Και τι ήθελαν να κερδίσουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι’’;
‘’Τα όνειρά τους παιδί μου Μια ζωή ελεύθερη, γεμάτη ελπίδα και τον ήλιο να φωτίζει το
πρόσωπό τους.
Και δε φοβόντουσαν οι Έλληνες μήπως κάτι δεν πάει καλά;
Και βέβαια έτρεμαν με την ιδέα της αποτυχίας, όμως
έκαναν ένα καλό απολογισμό και ζύγισαν τα πράγματα.
Μετά έβαλαν στόχους για καλύτερα αποτελέσματα
Συζήτησαν πολύ μεταξύ τους . Εβαλαν κάτω αυτά που είχαν και πήραν αποφάσεις
Οργανώθηκαν όσο μπορούσαν και ξεχώρισαν τις στρατηγικές τους, ώστε να ετοιμαστούν
καλύτερα !
Α όπως αγώνας
του ωραίου, του μεγάλου και του αληθινού!
Το χάραμα επήρα του ήλιου το δρόμο,
κρεμώντας τη λύρα τη δίκαιη στον ώμο
κι απ’ όπου χαράζει έως όπου βυθά,
τα μάτια μου δεν είδαν
τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι»
Τραγουδούσε ο Γιώργος και περήφανα έδειχνε στο Γιάννη το παιδί του το άλμπουμ με τους
ήρωες του 1821.
Ο μικρός συμπαθούσε πολύ το Γεώργιο ΚαραΪσκάκη και μάλιστα
πολλές φορές χρησιμοποιούσε τη φράση
«Όταν θέλω γίνομαι άγγελος και όταν θέλω πάλε γίνομαι διάβολος» λόγια του ήρωα ,που
είχε διαβάσει σένα βιβλίο.
Δηλαδή χρησιμοποιούσε κι αυτός βία μπαμπά ;ρώτησε
κοιτάζοντας τον πατέρα του περίεργα
Η βία είναι το όπλο των αδύναμων παιδί μου
Οι Έλληνες όταν αποφάσισαν να κάνουν την Επανάσταση, δεν εσυλλογίσθηκαν ούτε πόσοι
ήταν, ούτε πως δεν είχαν άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι βαστούσαν τα κάστρα και τις πόλεις,
ούτε κανένας φρόνιμος τους είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα
Μισούσαν τη βία Το μόνο που ήθελαν
ήταν η Ελευθερία τους.
Δε χτύπησαν πρώτοι και πάντα είχαν επιχειρήματα προς τους
Τούρκους Δε μπόρεσαν ποτέ να τα βρουν με το διάλογο
Οι γονείς προσπαθούσαν ακόμα κι εκείνα τα τόσο δύσκολα χρόνια να μάθουν τα παιδιά
τους λίγα κολλυβογράμματα, εκείνα που ήξεραν οι παπάδες και που τους αρκούσαν για να
διαβάσουν τις ευχές στα κόλλυβα.
Δυστυχώς όμως ούτε με την εκπαίδευση τα κατάφεραν
Η βία εκδηλωνόταν με ποικίλους τρόπους, άλλοτε συνειδητά, άλλοτε ασυνείδητα, άλλοτε
από άμυνα, από επιθετικότητα και η ζωή ήταν πολύ σκληρή
Ήθελαν οι ξένοι να ασκούν συνέχεια ψυχική πίεση πάνω στους ταλαιπωρημένους
ανθρώπους και να τους επιβάλουν τη δική τους θέληση.
Η χειρότερη μορφή βίας ήταν που έπαιρναν τα μικρά παιδιά από τον κόρφο της μάνας για
να τα κάνουν δικούς τους στρατιώτες
Παραμιλούσε ο κόσμος και πολλές φορές μαζεύονταν και συζητούσαν τον τρόπο που μια
μέρα η Ελλάδα θα άπλωνε
τα χέρια της και στοργικά θα έκλεινε μέσα τα ελεύθερα παιδιά της
Μυστικά και σιγανά αλλά με υψηλό το φρόνημα τραγουδούσαν
«Ως πότε παλληκάρια, θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή»!
Συνεχίζεται