Αρχική › Ιστορίες

Ένας γλυκός ελέφαντας ψάχνει δουλειά

🌼 Η Μαργαρίτα της Ευτυχίας • 12 Οκτωβρίου 2026 • 2 αναγνώσεις

Παλιά πολύ παλιά τότε που δεν υπήρχε τηλεόραση

ζούσε ένας ελέφαντας ο Αμβέρκιος με την οικογένειά του.

Όλα πήγαιναν καλά στο σπίτι και το γέλιο δεν τους έλειπε!

Μια μέρα όμως πήγε στη δουλειά του και βρήκε την πόρτα κλειδωμένη.

Γύρισε και η προβοσκίδα του ακούμπησε σένα λευκό χαρτί.

'Εγραφε με κεφαλαία γράμματα

''Δυστυχώς πτωχεύσαμε''!

Ο Αμβέρκιος δε γύρισε σπίτι γιατί ήταν πολύ λυπημένος.

Περπατούσε και κοιτούσε πότε αριστερά πότε δεξιά και παραμιλούσε.

''Πώς θα τα καταφέρω να μεγαλώσω τα παιδιά μου;

Πώς θα τα ταΐσω;

Κι εκεί που το μυαλό του είχε αρχίσει να ζαλίζεται

βλέπει ένα μεγάλο μαγαζί που έφτιαχνε μπισκότα.

''Αχ και να με έπαιρναν υπάλληλο εδώ είπε δυνατά''

Κάποιος τον άκουσε και του είπε

''Πήγαινε μέσα και ζήτησε δουλειά''.

Έτσι ο Αμβέρκιος πήρε θάρρος και μπήκε

Το αφεντικό προκειμένου να τον πάρει στη δουλειά του έβαλε μια δοκιμασία.

Να φτιάξει ένα δικό του μπισκότο.

Χαρούμενος έβαλε την άσπρη ποδιά φόρεσε κι ένα μεγάλο σκούφο

και σε λίγο έφτιαξε το δικό του μπισκότο.

Γελαστά και χαρωπά το πήγε στον έλεγχο των μπισκότων.

''Μα αυτό είναι θεόρατο' 'του είπαν με μια φωνή.

''Ξέρετε αυτό το μέγεθος είναι το μικρότερο που θα μπορούσα να κάνω .

Ένας ελέφαντας είμαι''

''Δυστυχώς δεν μπορούμε να σας προσλάβουμε''.

απάντησε ο υπεύθυνος του καταστήματος!

Ο Αμβέρκιος κατέβασε το κεφάλι του τόσο πολύ που κόντεψε να χτυπήσει την

 όμορφη προβοσκίδα του.

''Φεύγοντας να πάρετε μαζί και το μπισκότο σας' 'άκουσε

κάποιον να του λέει.

Έτσι πήρε το μπισκότο στο σπίτι του.

Μόλις μπήκε μέσα η γυναίκα του που κατάλαβε τι

είχε γίνει πήρε το μπισκότο το έκοψε στα τέσσερα, έβαλαν μέσα και

 λίγο λουκουμάκι και το έφαγαν όλοι μαζί.

Ο Αμβέρκιος ο φίλος μας δεν έκλεισε μάτι

Χίλιες σκέψεις περιστρέφονταν στο κεφάλι του.

Σηκώθηκε πλύθηκε ντύθηκε χαιρέτησε τη γυναίκα του

κι ξεκίνησε να βρει μια δουλειά.

Δεν είχε πάει πολύ μακριά όταν η γυναίκα του φώναξε

''Πρόσεχε άντρα μου σήμερα θα έχει τυφώνα''!

Από το δυνατό αέρα που φυσούσε εκείνος άκουσε' 'αμπελώνα''.

''Καλά μου είπε να πάω σε κανένα αμπελώνα να βρω δουλειά για λίγες μέρες''ίπε και κατευθύνθηκε προς τα Μεσόγεια.Πήγε στον κύριο Αμπελάκη και του είπε 'Είμαι ο Αμβέρκιος και θέλω δουλειά. Τα χέρια μου είναι καθαρά και δυνατά''.''Ορίστε πάρε ένα καλάθι και ξεκίνα. Μάζευε τα σταφύλια και στο καζάνι''

του είπε σοβαρά κι έφυγε.

Δίπλα του ήταν ακόμα ένας εργάτης μάζευε και τραγουδούσε

Του Σεπτέμβρη τα σταφύλια

Του αμπελουργού χαλάλι,

Και ο ζευγάς το άλετρο

Το κάνει προσκεφάλι.

Ο Αμβέρκιος δούλευε και δε σταματούσε.

Αργά το βράδυ ήρθε ο κύριος Αμπελάκης

Είδε πόσα είχε μαζέψει και του είπε

''μόνο αυτά τα λίγα τι έκανες όλη μέρα'';

Δυστυχώς θα σε πληρώσω μόνο με σταφύλια.

Πάρε αυτό το καλάθι κι είμαστε εντάξει''.

Ο Αμβέρκιος που δεν είχε πιει όλη μέρα ούτε νερό έσκυψε πάλι το κεφάλι

 κι είπε ''μα ένας ελέφαντας άμαθος είμαι''!

Μόλις μπήκε στο σπίτι και τον κοίταξε η γυναίκα του

του έδωσε ένα φιλί και φώναξε τα παιδιά

''ελάτε ο μπαμπάς έφερε όμορφα σταφύλια

όλοι μαζί να τα στύψουμε και να φτιάξουμε την καλύτερή μας μουσταλευριά''!

Έβαλαν και μπόλικη κανέλα και κάθισαν να φάνε το βραδινό τους.

Σήμερα άκουσα κυκλώνας και νόμισα ελαιώνας!

Ο φίλος μας ο Αμβέρκιος μετά τον ελαιώνα που είχε πάει να δουλέψει δε βρήκε κάτι άλλο.

Κλείστηκε στο σπίτι και δεν είχε καθόλου όρεξη

να κάνει κάτι.

Η γυναίκα του προσπαθούσε να τον βοηθήσει με κάθε τρόπο.

Πότε με αστεία ,άλλοτε με ανέκδοτα κι άλλοτε με τις παλιές ιστορίες τους.

Σήμερα κάτι φώτισε τα μάτια της.

Πήγε κατευθείαν στην κουζίνα και ξεκίνησε να κάνει κουλουράκια

Άλλα στρογγυλά κι άλλα μπαστουνάκια.

Μοσχοβόλησε το δωμάτιο από τη μυρωδιά.

Τα έβαλε σε μια πιατέλα πάνω στο τραπέζι.

Ύστερα έφερε ένα λευκό χαρτί από το δωμάτιο των παιδιών και μερικές μπογιές.

Πήρε κουλουράκια μπαστουνάκια και σχημάτισε ένα δέντρο. Ένα στρογγυλό κουλουράκι μπροστά.

Πήρε και το λευκό χαρτί κι έγραψε με χρωματιστά γράμματα Αμβέρκιος.

Ύστερα δίπλωσε το χαρτί το έκανε βαρκούλα.

Την έδωσε στον άντρα της χαμογελαστά.

Τότε ο Αμβέρκιος ημέρωσε, μαλάκωσε η ψυχή του

Ξεθόλωσε το μυαλό του.

Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του.

Σηκώθηκε την αγκάλιασε και την κοίταξε στα μάτια.

Πήρε δυο κουλουράκια κι έφυγε με τη βαρκούλα στην καρδιά.

Θα πήγαινε σένα χωράφι

Εκεί είχαν πολλές κολοκύθες για μάζεμα.

Μια νέα μέρα ξημέρωσε με ελπίδα για κάτι καλύτερο.

Κι εκεί που περπατούσε ένα μικρό βατραχάκι

μπήκε και στρογγυλοκάθισε στο λαιμό του

Ο Αμβέρκιος αισθάνθηκε να πνίγεται

μετά να μην μπορεί ν 'αναπνεύσει και χανόταν.

Έβηχε και φυσούσε και τίναζε το λαιμό του

Άδικα όμως όλα.

Από εκείνη την ημέρα όλα άλλαξαν στη συμπεριφορά του φίλου μας

Το δίκαιο έγινε άδικο

Ο αγνός ήταν πονηρός

Η αλήθεια ήταν ψέμα.

Έκλεισε τα μάτια του και περπατούσε βαριά

όταν ξαφνικά έπεσε πάνω στον χοντρό κορμό ενός δέντρου.

Και τότε ταράχτηκε ο λαιμός του

γύρισαν τα μάτια του

και πετάχτηκε το βατραχάκι έξω.

Πήγαινε και τα μάτια στην πλάτη

αχ τα μάτια την πλάτη κοιτούσαν.

Πήγαινε και στους ώμους τα δάκρυα έφταναν!

Ήταν όμως τα δάκρυα  χαράς!

Μοιραστείτε την ιστορία: